μοιροκρατικός

μοιροκρατικός
η , ό[ν] фаталистический

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "μοιροκρατικός" в других словарях:

  • μοιροκρατικός — ή, ό [μοιροκρατία] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μοιροκρατία («μοιροκρατικές αντιλήψεις») …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»